the act of rubbing your flacid cock n' balls on anothers chin; preferrable if done when the rubbee is sleeping, unsuspecting and/ or caught by surprise
1) Steve chinoodled Karen during her nap

2) Becky intentionally sleeps in the mens locker room in hopes of having strange dong placed about her head & neck, she is a raving chinoodler

3) Nothing like starting the day off with a hairy chinoodle! Yippee!
από Portwine Pete 14 Οκτώβριος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×