Top Definition
The flap of blubber forming a double chin (or multiple chin).
His chinsulation cascaded over his shirt collar.


από Jonny Plankton 10 Φεβρουάριος 2009
5 Words related to chinsulation
A warm protective covering of the neck formed by a full manly Beard.
ZZ Top has epic chinsulation
από Steveo247 2 Ιανουάριος 2016

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×