Top Definition
To become drunk and get involved with chips. (eat, crush, spill, throw, ect.).
Tom becomes drunk
Phil hands him a bag of chips
Tom dumps the chips onto the floor
Phil calls him chipboy
#chips. chip. boy. chipboy #chipboy'd #man #chipman #chipman'd #drunk #wasted #food #spill #old dutch #lays
από Mr. Chipboy 21 Ιούνιος 2010
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×