Top Definition
to sizzle or crackle
chisporrotear, e.g. when a campfire gives off sparks, el fuego está chisporroteando
από cyrusmancub 3 Μάρτιος 2008
4 Words related to chisporrotear

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×