a chivey a weapon used by a charver. its a sharpened toothbrush.
skater/goth: fuck off ya stupid charv
charv: do ya want stabbed with me chivey?
από adam(snap) 18 Νοέμβριος 2004
shortened version for 'HIV'.
used mainly by black South African people when referring to the virus.
"Yoh Sipho! i think Philimon got the chivey!"
από ApolloBlue 7 Σεπτέμβριος 2007
A food that contains a great deal of chives.
I like my twice baked potatoes extra buttery and chivey.
από Anastasia13 18 Φεβρουάριος 2014

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×