Top Definition
To be drunk and high at the same time.
Ian smoked a QP of some fine shit and then drank 151. He was completely chromed.
από rdude 25 Σεπτέμβριος 2006
To remove someone's helmet using projectiles fired from a weapon.
"I chromed that peon's melon"
"That noob just got chromed"
από KuNiva 7 Μάρτιος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.