Top Definition
When a male masturbates or copulates so often in a short space of time, he reaches the point at which he can no longer ejaculate.

Often accomplished by 14 year old Counter Strike players.
"I wanked 9 times on Tuesday; by the seventh toss I was beginning to chuck salt!"
από foxyfoxo 3 Οκτώβριος 2006
5 Words related to chuck salt

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.