Top Definition
Like lol'd, but more of a suppressed and subtle laugh; Chuckl'd. A past tense version of chuckle.
Term first coined by King Tonz in 2012.
Jack: ' I threw a rock at the guy...'
Joey: 'haha, chuckl'd.'

King Tonz: 'I chuckl'd at your misery.'
από King Tonz 8 Νοέμβριος 2013

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.