Top Definition
A type of person who laughs or "chuckles" constantly, especially one whom another person shares much laughter with.
"Last night I was hanging out with Allie, it was so much fun! She's such a chucklebox."

"I couldn't stop laughing - I felt like a chucklebox!"
από emilysnap 27 Δεκέμβριος 2009
7 Words related to chucklebox

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×