To Fight Someone

"You want to run your mouth then fine lets chunk em!"
από BanginShorty4 9 Αύγουστος 2006
1.The ability to fight well, usually ending up victorious.(chunkems)

2.Wanting to engage in a fight.(chunkem)
1.Aaron has chunkems.

2. You not tryin to chunkem.
από A_Delirious 9 Ιούνιος 2005
Short for "chunk deuce." To say goodbye by throwing up a "peace" sign. Originated in H-Town, Texas cuz Houston gets it krunk!
I'm bout to leave,Chunk Em!
από Mike Jones...Who? 19 Απρίλιος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×