The state of having been circumcised, ie. lacking a foreskin.
Ian: Why are all those girls hanging around Evan?
Jeff: One of the cheerleaders slept with him and told the others that he's circumcisioned.
Ian: I totally understand what circumcision envy means now.
από Rancho Rey 16 Απρίλιος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×