Top Definition
A naive male inexperienced in the workings of the fairer sex's farmyard apparatus.
The Lad had no idea what he was doing down there. He was a total clamateur.
από Jimmy_M 9 Μάρτιος 2006
5 Words related to clamateur

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.