Top Definition
A congenital deformity in which the buttocks can open up like the shells of a clam, with anus inside as a clam would be inside clamshells.
He dropped his shorts and then made everyone in the locker-room pass out from the sight of his clamshell anus.
από wiginpen 15 Φεβρουάριος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.