Top Definition
Noun 1. A savage and mighty weapon of melee combat, often wielded by Tantors.
Verb 2. To kill
1. By my cleavor thou art smitten!
2. The Tantor has cleavored the clucky.
από Keekor the Tantor 13 Ιούνιος 2003

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.