Top Definition
a person that follows people around who don't really want them to be there. they are clingy and leechy (leech) at the same time.
come to this party, but don't tell that cleechy kid.
από nini's a ninja 16 Απρίλιος 2006
5 Words related to cleechy

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.