Top Definition
Someone who has irrestible urges to take things. Cleptomania is a common disorder, and its sufferers are frequently accused of being thieves when they can't help what they're doing.
That woman over there is a cleptomaniac.
από Boo 16 Ιούνιος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.