Top Definition
To clington:

To hold on indefinetly to something that isn't there anymore.
She looked like she was calmly clingtoning to that mountain, even though we could clearly see she was falling to the ground at free fall speed.
από JoeyP 10 Μάιος 2008
4 Words related to clington

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×