Top Definition
to throw someone to the gound and beat them with great force and step on them repeatedly. this is usually very painfull (pending on who is doing the beating) but can also be very funny under the circumstances.
"scott, dont get clobberstomped."

"daniel i will clobberstomp you."
από garco 14 Αύγουστος 2007
5 Words related to clobberstomp

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×