Top Definition
(CLOP-en-klut-say) verb~ singular- to act and/or hang out with the exact different clique than you really belong in, to get incriminating evidence
plural- see clopenklutzed (clop-en-KLUTSED)
damn! jerry totally embaressed the preps today he acted like he was their friend then stood them up at a fake party it was total clopenklutzei.
από The Magic Dragon 6 Οκτώβριος 2007
5 Words related to clopenklutzei

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.