Top Definition
Even more closely. Closely is when you are close to someone or something. e.g. watching something closely or being closely related to somebody.
The cop monitored the gang hideout closely, but he was monitoring the crack den closerly.
από MichaelToTheJ 9 Μάιος 2008
4 Words related to closerly

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.