Top Definition
adj. 1) opposite of clueless.
2) used sarcastically, a question that answers itself
3) one who makes such a statement
4) anyone who is so clueless as to be unaware of their own deficiency of Vitamin Clue.
2) "How many points do you need to get to win at 21?"
4) dalnet.
από charlie root 25 Μάρτιος 2003
2 Words related to clueful

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.