Top Definition
A fucking extremely clumsy person, often only reserved for the maker of clumsy errors made under pressure or in front of an audience.
That clumsyfuck of a waiter dropped the entire tray at Madonna's table.

That stupid bitch-she fell down the steps during the play.
What a clumsyfuck
από Riff1771 20 Φεβρουάριος 2008
9 Words related to clumsyfuck

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.