Top Definition
a person who loves the cock (male genitalia) so much that they are said to "pray to that shit."
man, stupid cock monks alway loving the cock.
από horsecock 17 Απρίλιος 2003
1 more definition
A douchebag. Usually thinking they are the shit and full of themselves.
Joey Strode is a cockmonk.
από TheHammer27 29 Μάρτιος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×