Doing nothing, being unproductive. Very similar to "dicking around", but one is cocking around when he/she is dicking around when he/she is supposed to be doing work or something important.
At my job, I was supposed to be completing the TPS reports, but I was cocking around instead.
από Jake "midg3ts" Herman 26 Φεβρουάριος 2007

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×