Top Definition
The act of committing a cockblockwithout intent.
I was hitting it off with this chick at the bar, but david made such a drunk ass of himself that she just left before I could even get her number. It was definitely cockslaughter.
από thespot 5 Ιούλιος 2008
5 Words related to cockslaughter

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×