1. A state of disorganization, disorientation or disarray that has achieved critical mass and become self-perpetuating.
2. To disorganize and/or destroy something to the point of unusability or unrecognisability.
That night was a total collaption. I had no idea what was going on.

I'll collaption your face!
από csdlaidlaw 12 Ιούνιος 2007

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×