Top Definition
The act of forming a pact, truce, and breaking such pact later on for personal gain.
Hitler made a common truce with Russia.
#common #truce #act #noun #pact
από Shinzo 10 Νοέμβριος 2009
5 Words related to common truce
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×