Top Definition
Compervert: a person who gets a sexual pleasure from the joyful sexual experiences of others. Related to compersion.
My husband got laid last night and I couldn't stop fantasizing about it because I'm a huge compervert.
από mbmIX 2 Ιανουάριος 2012

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.