Top Definition
adj. attatched rigidly
the powder coat became complastionized with the engine's valve cover.
#glued #leeched #affixed #plastered #integrated
από herbert nelson 7 Μάιος 2006
5 Words related to complastionized
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×