To make more complex.
The additional pieces only served to complexify the problem.
από Will Spencer 4 Σεπτέμβριος 2003
The process of making a simple action more complex.
Only the DMV can complexify standing in line.
από Fred Hofstetter 25 Σεπτέμβριος 2006
To make something complex. (See also, Complex)
I complexifyed my website.
από aasrdoc 7 Φεβρουάριος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×