Top Definition
Someone who says they are Vegan only when it is convenient for them in order to look superior to others.
"Jan is such a conveganient. She says she is a Vegan but didn't have any problems eating that omelet."
από Grok Sanchez 17 Νοέμβριος 2013
5 Words related to conveganient

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×