Top Definition
1. The act of a male masturbating into a window AC, spraying the cooled ejaculate upon himself.
1. J can't make it out tonight, he's probably cranking out a cool load.

2. It's so hot out, I'm gonna bust a cool load after work.

από Kirk Fitzpatrick 17 Ιούλιος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.