Top Definition
To plead guilty for a lesser crime.
When charged with murder, one may cop a plea for manslaughter if the odds are against him or her.
από Gumba Gumba 12 Απρίλιος 2004
2 Words related to cop a plea

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×