Top Definition
a term used to describe someone that enjoys administering anal sex. the pitcher in the battery.
when he's not driving the ice cream truck, rick is such a corn pusher.
από baconaise 21 Μάιος 2009
5 Words related to corn pusher

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.