Top Definition
the act of having a girl shit diarrhea on your chest then eating peices of whole corn out of it
"damn that birdlady wanted to cornmeal me last night" chris

" ewwww she nasty" ben
"acually I let her" chris"
"ewwwwwwwwwwwwwwwwwwww" ben
από birdlove 9 Ιούνιος 2010
3 Words related to cornmeal

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×