Top Definition
1) someone who engages in anal sex. based on the urban myth that someone had anal sex and when they pulled their cock out it had a bit of sweetcorn stuck on the end.

2) interchangeable with the word gooner
that guy is a definite cornpirate
από Martin Merritt 23 Ιούλιος 2007
6 Words related to cornpirate

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.