Top Definition
This is the breaking up of the body, usually by decay after death, but could include that which occurs during extreme trauma (e.g. vehicle crashes or suicide bombing).
The airplane crashed into the ground with a graveyard of corpolysis. See corpolytic.
από Gregory V. Richardson 24 Μάρτιος 2004
1 Word related to corpolysis

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×