Top Definition
An extremely stupid person working behind the counter at a retail outlet. Also known as a refailure.
I went over to the Dunkin Donuts and the countard over there couldn't even get my order right!
#noun #retard #counter #countarded #refailure
από cynic72 6 Σεπτέμβριος 2008
5 Words related to countard
A member of the lesser nobility; imbecile.
That sunrise party in Mykonos was full of countards.
από beylo124 27 Μάιος 2016
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×