Top Definition
The act of benefitting somebody by doing something to counteract the situation.
Adam, you're counterbenefitting us by opening the door to let air in while we're sitting by the heater.
#counterbenefit #counterbenefitting #counteracting #cunterbenefit #counterbenefitter
από Samantha Lynn McGinty 3 Φεβρουάριος 2011
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×