Top Definition
Usually defined by a man with an unusually small penis and is completely covered with body hair.
Damn that craigmond is really going to let that homosexual down.
από robertastical 16 Σεπτέμβριος 2005
5 Words related to craigmond

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.