Top Definition
the act of ejaculating onto an unwilling partner while they cower behind a couch.
Yo! Check this fool, i had your sister in a cram bunkler last night when i nutted on her.
από aeo135 24 Νοέμβριος 2007
4 Words related to cram bunkler

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×