Top Definition
A butthole, in particular a poo-gina.
(e.g. "I would never do a girl in the crapsnatch," said Nowacki.)
από Drew Blooberman 15 Οκτώβριος 2007
Butthole. Usually in reference to its function as a sex organ.
Last weekend I was balls deep in homeboy's crapsnatch......Booyah!!

These spunk crusties are making my crapsnatch itch!
από Andy Howerson 19 Αύγουστος 2016
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×