Top Definition
adj : have difficult or incomplete or infrequent evacuation of crap.

adj : you can't crap no matter how hard you try, sometimes only gas comes out

see also fartstipated
That burrito is lodged in my belly and it won't come out, I am crapstipated.
από alibree 25 Μάρτιος 2005
2 Words related to crapstipated

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×