Top Definition
To grab a woman's crotch.
I spent all of last night cratching my girlfriend with my right hand.
από fuckinbatman 9 Ιούνιος 2011
Making out without the tongue.
He was seriously cratching me last night!
από Cratchmonkey 30 Ιούλιος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×