Top Definition
A person is is either being a creep, or is just a creep naturally.
Joe is being such a creepbomb!

Joe just droped a major creepbomb on katie.

Yeah, I was being such a creepbomb last night.

Amanda(Gazes in direction of culprit, whispers intensly under breath) "CREEPBOMB!"
από Glassman 19 Νοέμβριος 2006
5 Words related to creepbomb

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×