Top Definition
to be depressed/bored, a generally lazy, pissed off mood leading to apathy of great proportions.
1)he was of a crippled out disposition yesterday after missing the bus by three seconds.
2)muchos cripplo amigos
3)i am so crippled out right now
από loveangelmusicbaby 5 Δεκέμβριος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.