A person of African descent. (A black person).
"Crumpets love the purple drank."
από Schwamp 29 Αύγουστος 2007
A vagina with an evergrowing yeast infection. In the sun the yeast causes the genetalia to rise like a crumpet being baked.
I'm never going back to Cuba again, half the girls on that beach had crumpets!
από Niggslayer 9 Νοέμβριος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×