To hand someone loose crumpled dollar bills as payment for something.>
I was in a hurry to catch the bus, so I gave the driver the crumple at the last minute.
από Dr Claw 7 Φεβρουάριος 2007
A homosexual who believes that English language is under attack by the use of ebonics
My book was crumpled by the edit department
από holmes on homes 20 Αύγουστος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×