Top Definition
any kind of competition involving cum; usually involves a measure of speed, distance, or volume of cum
dude 1: hey you cumming to the cumpetition on saturday?
dude 2: hell ya, i've been waiting to cum all week!
από billy boi bud 4 Δεκέμβριος 2010
A race between two males to see who can fill a cup with jizz first.
John and I had a cumpetition on Saturday. I just won by a few seconds.
από BlockyMcBlockinson 21 Ιούνιος 2016
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×