Top Definition
The interval between cucuntas (bouncing repetitions during sexual intercourse).
She rode my cock very quickly and enthusiastically. The cuntaval was almost inexistent.
από Adam Smith (Arf 34) 3 Ιούνιος 2005
2 Words related to cuntaval

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.